ἐπαφρόδιτον

ἐπαφρόδιτον
ἐπαφρόδῑτον , ἐπαφρόδιτος
lovely
masc/fem acc sg
ἐπαφρόδῑτον , ἐπαφρόδιτος
lovely
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Ἐπαφρόδιτον — Ἐπαφρόδιτος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επαφρόδιτος — I Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Ε. ο απόστολος. Ήταν βοηθός του αποστόλου Παύλου στα κηρύγματά του. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Δεκεμβρίου. 2. Ε. ο μάρτυς. Ένας από τους «μάρτυρες 12 εν Βιζύη». 3. Ε. ο μάρτυς. Ένας από τους… …   Dictionary of Greek

  • EPAPHRODITUS — Libertus et a libellis Nerom Imp. a Domitiano capitis damnatus, quod Neronem in consciscenda sibi nece suâ manu adiuvisset. Vid. Suet. Claud. Ner. c. 49. et Domit. c. 14. Est ille ipse, cui nobilis servus Epicterus. fuit. Suid. et Arr. Item… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”